Τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης σε ολόκληρη την Ευρώπη βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπα με σύνθετες και διαρκώς εντεινόμενες προκλήσεις. Η δημογραφική γήρανση, οι πιέσεις στα δημόσια οικονομικά και η αυξανόμενη διοικητική πολυπλοκότητα δοκιμάζουν τα όρια αντοχής του κοινωνικού κράτους. Σε αυτό το περιβάλλον, η διασφάλιση της μακροπρόθεσμης σταθερότητας του ασφαλιστικού συστήματος δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ζητούμενο, αλλά βαθιά πολιτική επιλογή κοινωνικής ευθύνης.
Η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύεται σε κρίσιμο σύμμαχο αυτής της προσπάθειας — όχι ως αυτοσκοπός, αλλά ως εργαλείο εκσυγχρονισμού, δικαιοσύνης και αποτελεσματικότητας. Σύμφωνα με σχετική μελέτη του Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που εντοπίζονται διεθνώς είναι το φαινόμενο της μη ανάληψης παροχών: πολίτες που δικαιούνται ενισχύσεις, συντάξεις ή επιδόματα, αλλά αδυνατούν να τα λάβουν λόγω γραφειοκρατίας ή έλλειψης πληροφόρησης.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αναλύει δεδομένα με τρόπο που επιτρέπει στον δημόσιο τομέα να εντοπίζει έγκαιρα αυτούς τους πολίτες και να τους καθοδηγεί, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή και μεγιστοποιώντας τον κοινωνικό αντίκτυπο των δημόσιων πόρων. Παράλληλα, συμβάλλει στη θωράκιση της οικονομικής βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος: μέσα από την αυτοματοποίηση επαναλαμβανόμενων διαδικασιών, τη βελτίωση της διαλειτουργικότητας μεταξύ φορέων και τον πιο στοχευμένο έλεγχο παρατυπιών, μειώνεται το διοικητικό κόστος και περιορίζονται οι απώλειες πόρων. Έτσι ενισχύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών και διαμορφώνεται ένα πιο σταθερό και αξιόπιστο ασφαλιστικό πλαίσιο.
Η μελέτη του ΟΟΣΑ, μέσα από παραδείγματα από χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία και η Φινλανδία, καταδεικνύει ότι η επιτυχής ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης προϋποθέτει ισχυρή διακυβέρνηση, ανθρώπινη εποπτεία και απόλυτο σεβασμό στα θεμελιώδη δικαιώματα. Η ευρωπαϊκή κανονιστική πραγματικότητα, υπό την καθοδήγηση της Ευρωπαϊκή Ένωση και του Κανονισμού για την Τεχνητή Νοημοσύνη, θέτει σαφή όρια και εγγυήσεις, διασφαλίζοντας ότι η τεχνολογία υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το αντίστροφο.
Για την Ελλάδα, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στην κοινωνική ασφάλιση αποτελεί στρατηγική επιλογή με ξεκάθαρο πρόσημο: ένα κοινωνικό κράτος πιο αποτελεσματικό, πιο δίκαιο και πιο ανθεκτικό στις μελλοντικές κρίσεις. Επενδύοντας στην καινοτομία, στην ποιότητα των δεδομένων και στις δεξιότητες των εργαζομένων, μπορούμε να μετατρέψουμε την τεχνολογική πρόοδο σε εγγύηση σταθερότητας για το ασφαλιστικό μας σύστημα και σε πραγματικό όφελος για κάθε πολίτη.
Συνολικά, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για ένα πιο δίκαιο, αποτελεσματικό και βιώσιμο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Ωστόσο, η επιτυχία της δεν θα κριθεί από την τεχνολογική της ισχύ, αλλά από το πώς θα την ενσωματώσουμε θεσμικά — με διαφάνεια, λογοδοσία και ανθρωποκεντρική προσέγγιση.
Η ψηφιοποίηση και ο μετασχηματισμός του e-ΕΦΚΑ αποτελούν απτό παράδειγμα ότι η τεχνολογία, όταν εντάσσεται με σχέδιο και πολιτική βούληση, αποδίδει μετρήσιμα αποτελέσματα. Είναι ενδεικτικό ότι ο χρόνος έκδοσης της κύριας σύνταξης έχει μειωθεί δραστικά: από περίπου 500 ημέρες το 2019, σήμερα απαιτούνται λιγότερες από 50.
Παράλληλα, με τη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης έχει ήδη ψηφιοποιηθεί το 70% των 53 εκατομμυρίων σελίδων ασφαλιστικού βίου, με στόχο την πλήρη ολοκλήρωση της διαδικασίας έως το καλοκαίρι του 2026.
Η εμπειρία αυτή αποδεικνύει ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν ανήκει στο θεωρητικό μέλλον, αλλά αποτελεί ένα πρακτικό εργαλείο μεταρρύθμισης. Ένα εργαλείο που, όταν υπηρετεί τον άνθρωπο και λειτουργεί εντός σαφών θεσμικών ορίων, ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών και θωρακίζει τη σταθερότητα του ασφαλιστικού μας συστήματος για τις επόμενες γενιές.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Παρόν της Κυριακής» στις 8/2/2026


