Παρουσίαση του συγγραφικού έργου του Στρ. Σιμιτζή

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Κ. Σιμιτζή, αφού συμμετείχα στην παρουσίαση σε δύο από τα βιβλία σας που μιλούν για την πόλη μας και έκανα το συντονισμό του τελευταίου βιβλίου σας, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω ιδιαίτερα, διότι με τη μελέτη και του υπόλοιπου συγγραφικού σας έργου μου δώσατε τη δυνατότητα να αποκτήσω μία ολοκληρωμένη εικόνα της Θεσσαλονίκη μας των ωραίων εκείνων χρόνων. Και πραγματικά, κερδίσατε πλήρως το στοίχημα της πρόκλησης που ήταν για εμένα η αναδρομή σε άγνωστες για εμένα εποχές που δεν έχουν καμία σχέση με τις εποχές της δικής μου νιότης!

Και όμως, μπορεί η Θεσσαλονίκη ως τόπος και προορισμός να έχει αποτελέσει το έναυσμα για ποικίλες λογοτεχνικές αναζητήσεις, σπάνια, ωστόσο, κάποιος καταφέρνει, όπως το πέτυχε ο Στρ. Σιμιτζής, να ταξιδέψει ένα νεαρό ταξιδιώτη σε «εκείνα τα χρόνια». Πράγματι, η ανάγνωση όλων των βιβλίων του μου δημιούργησε ποικίλα συναισθήματα, όπως έκπληξη, περιέργεια,  απορία,  θαυμασμό.  Παράλληλα,  όμως,  με  ανάγκασε  να  ομολογήσω,  να παραδεχτώ.  Να  παραδεχτώ  ότι  αγνοούσα  ουσιώδη  στοιχεία  από  την  κοινωνία  της Θεσσαλονίκης, από τη δομή και τη λειτουργία της, αλλά κυρίως από τη ζωή των ανθρώπων της, των ανθρώπων που στις γειτονιές της νιότης τους μεστώθηκαν και συντέλεσαν άμεσα στην πολύπλευρη ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης μας. Από τη ζωή τη δική σας, δηλαδή, τη ζωή των ανθρώπων εκείνων των χρόνων, των ωραίων χρόνων, των ωραίων ανθρώπων.

Κάποτε στη Θεσσαλονίκη, λοιπόν, το πρώτο βιβλίο του Στρ. Σιμιτζή, μέσα από το οποίο ο συγγραφέας με νοσταλγία και συναισθηματισμό αλλά και με νηφάλιο βλέμμα και λιτό ύφος καταγράφει και διασώζει, ανασύροντας από το βαθύ «πηγάδι» των βιωμάτων του τις εικόνες και τις ψηφίδες από την καθημερινή ζωή της πόλης μας. Η περιδιάβαση του «Κάποτε στη Θεσσαλονίκη» χαρακτηρίζεται από τα χρόνια της κατοχής, των βομβαρδισμών και των καταφυγίων  μέσα  πάντα  από  τα  μάτια  ενός  παιδιού,  του  ίδιου  του  συγγραφέα.  Είναι εξαιρετικά περίτεχνος ο τρόπος με τον οποίο ο Στρ. Σιμιτζής μέσα από τη δική του ζωή και πραγματικότητα κατορθώνει να μεταλαμπαδεύσει στους αναγνώστες του στοιχεία άρρηκτα δεμένα με την καθημερινότητα, τις συνήθειες αλλά και την οικονομικοκοινωνικοπολιτική ζωή της  πόλης  μας.  Με  ιδιαίτερο  ενδιαφέρον  διάβασα  για  την  «ποτίστρα  του  Δήμου»,  τους φιλάθλους  που  ανεβοκατέβαιναν  στα  δύο  γήπεδα  του ΠΑΟΚ  και  του  ΗΡΑΚΛΗ,  το ποδηλατάδικο  του  Σωτήρη,  τη  δράση  της  5ης ομάδας  Ναυτοπροσκόπων,  το γαλακτοζαχαροπλαστείο  «Εκάλη»  στέκι  σταθμός  στο  χρονικό  της  μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης, ο γλυκός θρύλος της πόλης, η σοκολατοποιία «Φλόκα» και το αξέχαστο σε όλους εστιατόριο «Όλυμπος Νάουσα».

Πώς μπορείς, όμως, να πετύχεις τόσα όσα πέτυχε ο συγγραφέας μας στη ζωή του, αν δεν είσαι «Τύπος και Υπογραμμός»; Ο τρόπος διαγράφεται μέσα από το δεύτερο βιβλίο του με τον τίτλο «Τύπος και Υπογραμμός». Το βιβλίο αυτό με την μορφή μίας άτυπης αυτοβιογραφίας συνδέει τον συγγραφέα με μία σειρά από γεγονότα και καταστάσεις που ξεφεύγουν κατά πολύ από το προσωπικό και παίρνουν ευρύτερες διαστάσεις. Ακριβώς, για αυτόν  το  λόγο  προκαλεί  και  αντιδράσεις,  καθόσον  κάνει  αναφορά  σε  «ευαίσθητες» καταστάσεις και γεγονότα. Εκδότης μίας από τις πιο ιστορικές εφημερίδες της πόλης μας, με έμφυτο και το εμπορικό «δαιμόνιο», αφού δε δίστασε να κάνει σημαντικές επενδύσεις, αλλα και να είναι πρωτοπόρος σε νεωτερισμούς στην τεχνολογία έκδοσης των εφημερίδων. Με έντονο ενδιαφέρον για τα κοινά, μέσα από τη θέση του ως εκλεγμένου δημοτικού συμβούλου πρώτου σε σταυρούς, σκιαγραφεί στοιχεία της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της πόλης μας.

Παράλληλα, μέσα από την αγάπη του για τον ΠΑΟΚ και την στήριξή του σε αυτόν ως πρόεδρος  και  αντιπρόεδρος  της  διοίκησης,  εισφέρει  πολύτιμα  ιστορικά  στοιχεία  για  την πορεία των μεγάλων αθλητικών σωματείων στην πόλη μας. Ξεχνιούνται άραγε όλα αυτά;

Όχι, είναι η απάντηση, αλλά και όσα ακόμη δεν ξεχνιούνται ο συγγραφέας ένιωσε την ανάγκη να τα καταγράψει στο τρίτο βιβλίο του με τον τίτλο «Θεσσαλονίκη αυτά που δεν ξεχνιούνται». Με το βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας επιχειρεί να «ζωντανέψει» συνήθειες, ήθη και έθιμα του παρελθόντος, πολλές φορές και του κοντινού, που σήμερα είναι άγνωστα. Νασυντηρήσει το πρόσωπο μίας κοινωνίας που άλλαξε τόσο, ώστε να γίνει αγνώριστη για τους παλιούς. Μίας κοινωνίας, που πλέον σε λίγα στοιχεία της θυμίζει «Εκείνα τα χρόνια».

«Εκείνα τα χρόνια», λοιπον, προσπάθησε να κρατήσει αναλοίωτα ο Στρ. Σιμιτζής στο τέταρτο βιβλίο του με τον τίτλο «Εκείνα τα χρόνια». Πράγματι απόρησα, όταν διάβασα ότι: (σ. 15) η οδός Τσιμισκή, παλιότερα Μ. Αλεξάνδρου, δεν παρουσίαζε πάντοτε την ίδια λαμπερή εικόνα  της  μόδας  και  της  γοητείας.  Ήταν  κυρίως  ο  μεγάλος  κεντρικός  δρόμος  που «φιλοξενούσε» ένα σωρό επαγγελματικές δραστηριότητες, ένας δρόμος γενικού εμπορίου, τυπικός σε κάθε πόλη.»

Με εξαιρετικά έντεχνο τρόπο, λοιπόν, καταφέρνει να προβληματίσει κάθε νεαρό αναγνώστη του βιβλίου, καθώς μέσα από τη μεταφορά και τη νοερή περιήγηση στις γειτονιές της νιότης σας, κάνει μία σύγκριση με το σήμερα. Σύγκριση που, δυστυχώς, σε πολλά σημεία αποβαίνει μοιραία... Αυτό θέλησε να αποτυπώσει ο συγγραφέας και στο πέμπτο του βιβλίο με τον τίτλο  «Γειτονιές της νιότης μας». Αισθάνθηκα έντονη έκπληξη, διότι η περιγραφή της έννοιας και της  λειτουργίας  της  γειτονιάς,  όπως  ο  συγγραφέας  περιγράφει  στο  πρώτο  και  δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του, πολλώ δε μάλλον απέχει από τη σημερινή ανύπαρκτη ίσως, γειτονιά. Πράγματι, πόρησα όταν διάβασα ότι «η γειτονιά, τα χρόνια τα παλιά, λειτουργούσε ως κύτταρο της κοινωνίας». Σ. 16, 17, 18, 19, 20, 21 ...

Γειτονιές, όπως η Αγορά Μοδιάνο: σ. 63

Ωστόσο, χαρακτηριστική και ζωτική γειτονιά για τη Θεσσαλονίκη μας αποτελούσε και αποτελεί η Άνω Πόλη με το Τσινάρι και την πλατεία ερψιθέας. Μάλιστα, ξεκάθαρα διακρίνω πίσω από τους ασβεστωμένους γκαζοτενεκέδες φορτωμένους από πολύχρωμα λουλούδια, σύμβολο της φαντασίας και της ανάγκης αισθητικής έκφρασης της λαϊκής νοικοκυροσύνης, τις γυναίκες μαζεμένες στην αυλή της κυρ Άννας για ένα βαρύ γλυκό με δροσερό νερό και απογευματινό κουτσομπολιό.

Γειτονιές, όπως αυτή της Αγ. Δημητρίου, χρονογραφία μίας χαμένης αθωότητας και αυτή της Καστριτσίου: σ. 81, 84

Κορίτσια που γίναν «Κυρίες της Θεσσαλονίκης», που αποτελεί και τον τίτλο του έκτουβιβλίου του συγγραφέα μας.

Κυρίες επιστήμονες, καλλιτέχνες, επιχειρηματίες, έμποροι, παιδαγωγοί αλλά κυρίως κυρίες που, πραγματικά, σηματοδότησαν με την προσωπικότητα και τη δράση τους την κοινωνικοοικονομικοπολιτική ιστορική διαδρομή της Θεσσαλονίκης μας.
Αλήθεια,  δεν  είναι  πολλά  εκείνα  τα  βιβλία  που  μπορούν  με  το  γλαφυρό,  τον παραστατικό αλλά και τον ευφυή τρόπο που το κάνει ο Στρ. Σιμιτζής σε όλα του τα βιβλία να μεταφέρουν ένα νέο άνθρωπο σε γειτονιές και σε μία εποχή από την οποία δεν έχει καθόλου προσωπικές μνήμες, ενώ παράλληλα οι γνώσεις που έχει αποκομίσει από την εποχή αυτή στηρίζονται μόνο στην ανάγνωση ιστορικών γεγονότων και πληροφοριών. Και αυτό δεν το κατορθώνει μόνο μέσα από τη σκιαγράφηση και περιγραφή των συνηθειών, των ηθών και των εθίμων εκείνων των χρόνων, αλλά το καταφέρνει παράλληλα με πολύ πρωτότυπο και αυθεντικό τρόπο: παραθέτει αφηγήσεις φίλων του που οι ζωές τους διασταυρώθηκαν τότε στις γειτονιές της νιότης τους, οι οποίοι περιγράφουν το δικό τους νεανικό καταφύγιο.

Αισθάνθηκα θαυμασμό, αλλά και περιέργεια όταν πραγματικά ρουφούσα τις ιστορίες που διηγούνται στα βιβλία του οι παλιοί παιδικοί του φίλοι. Αυτό που αποτελεί κοινό τόπο όλων των αφηγήσεων είναι οι αγνές σχέσεις, οι δυνατές φιλίες, τα πρώτα αθώα σκιρτήματα της καρδιάς, τα μέχρι πρωίας ξενύχτια, τα θρυλικά πάρτι.

Και όλα αυτά εξελίσσονταν μέσα σε γειτονιές, που είχαν καταστεί τόπος προαγωγής του πολιτισμού μας! Η Λέσχη Τέχνης, ο κινηματογράφος Αλέξανδρος με τον αξέχαστο Παύλο Ζάνα.  Η  Φοιτητική  Εβδομάδα  που  σημάδεψε  την  πολιτιστική  ζωή  της  πόλης  μας,  ο Προσκοπισμός και η ΧΑΝΘ. Ακόμα και η κλινική ΜΗΤΕΡΑ που εξελίχθηκε σε μία πολιτιστική φωλιά, μία εστία τέχνης και πνεύματος.

Αναπόσπαστο, όμως  κομμάτι  της ζωής εκείνων  των  νέων και  στοιχείο  δεμένο με την καθημερινότητά τους ήταν η θάλασσα. (σ. 49) «Η καθημερινή μας χαρά ήταν, όταν  ξανοιγόμασταν  με  τις  βάρκες  μας  μέσα  στο  Θερμαϊκό  και  τις  απέναντι  ακτές  της Παλιομάνας... «Οι πενθήμερες θαλασσινές εκδομές μας που ξεκινούσαν από την ακτή της «Χαβανέζας» έπαιρναν πανηγυρικό χαρακτήρα, αφού στην αμμουδιά μαζεύονταν οι γονείς μας  που νόμιζαν  ότι  φεύγαμε για  πάντα...  Δυστυχώς, όμως,  αυτό  το  αθώο ξεφάντωμα κράτησε μέχρι το μπάζωμα της παραλίας και την κατασκευή της Ν. Παραλίας. (σ. 57) Το Σεπτέμβριο η Χαβανέζα σκεπάστηκε και θάφτηκαν τα όνειρα και οι μνήμες.»

Νέοι, λοιπόν, δυνατοί, έξυπνοι, αγνοί, κεφάτοι, απλοί. Νέοι που διέπρεψαν στον αθλητισμό, νέοι που ήταν οι στυλοβάτες της ΧΑΝΘ, νέοι πρόσκοποι, νέοι κατασκηνωτές, νέοι που διακρίνονταν από ομαδικό πνεύμα και αδελφική αλληλεγγύη. Και όλα αυτά υπό τη σκιά της κατοχής και του εμφυλίου πολέμου, όπου η πείνα και η φυματίωση θέριζαν και η απώλεια των συγγενικών προσώπων σημάδευε τις τρυφερές ψυχές τους.

Και ξέρετε! Για ένα νεαρό αναγνώστη του βιβλίου που δεν έχει βιώματα από κείνα τα χρόνια, ο πιο καλός του σύμμαχος για να ζωντανέψει στο μυαλό του και να αναπαραστήσει τις ανέμελες στιγμές στις γειτονιές της νιότης σας, εκτός από τη φαντασία του, είναι το πλούσιο φωτογραφικό υλικό που περιλαμβάνεται στα βιβλία. Πράγματι, οι φωτογραφίες είναι ζωντανές, παραστατικότατες και δίνουν έναν τόνο αισιοδοξίας και ανεμελιάς. Κυρίως όμως, μπορούν με κινηματογραφικό τρόπο να σε μεταφέρουν στο κλίμα των γειτονιών της νιότης σας. Φωτογραφίες από αξέχαστα πάρτι, κορυφαία κοινωνική δραστηριότητα των νέων της εποχής, όπως και φωτογραφίες από χορούς: το χορό αποφοίτων «Ανατόλια», το χορό των Ανεμώνων στη Στρατιωτική Λέσχη Αξιωματικών. Οι νεαρές κοπέλες ντυμένες με τις κομψές και ολοκαίνουριες τουαλέτες τους και οι νεαροί άνδρες με τα παπιγιόν τους συνωστίζονταν για το ποιος θα χορέψει την πιο όμορφη. Φωτογραφίες από τις κοντινές παραλίες: Περαία, Αγ. Τριάδα, παιχνίδια στην άμμο και ακροβατικές φιγούρες. Φωτογραφίες που αποτυπώνουν τις πλάκες και τα αστεία μεταξύ φίλων. Φωτογραφίες χαρακτηριστικές και ιστορικές από την πόλη μας και τις γειτονιές της: μαθητική παρέλαση, μαθητικές εκδηλώσεις και γυμναστικές επιδείξεις,  φοιτητικά  αμφιθέατρα,  φοιτητικές  εκδρομές,  αθλητικοί  σύλλογοι  και  αθλητικές επιτυχίες  των  ομάδων  της  Θεσσαλονίκης,  όπως  η ομάδα  του  ΑΡΗ  πρωταθλήτρια, φωτογραφίες από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, την πλατεία Ιπποδρομίου, τον Άγιο Δημήτριο, την πλατεία Δικαστηρίων με χιόνια.

Φωτογραφίες  γεμάτες  αναμνήσεις.  Σελίδες  βιβλίων  γεμάτες αναμνήσεις. Αυτή  η γλυκιά και τρυφερή ανάμνηση του Θεσσαλονικιώτικου σύμπαντος διαποτίζει όλα τα βιβλία του Στράτου Σιμιτζή και καταλήγει, όπως χαρακτηριστικά αναγράφει κάποια φίλη του στο βιβλίο: σ. 37

Και ύστερα τι; Αναρωτιέμαι μόλις τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου. Και εμένα τι με νοιάζει; Εγώ δεν είμαι μία από τους παλιούς. Είμαι μία από τους καινούργιους. Και όμως με νοιάζει! Συγχαρητήρια κ. Σιμιτζή, γιατί με μεταφέρατε σε εκείνα τα χρόνια, με κάνατε μία από τους παλιούς νέους και να σας εκμυστηρευτώ και κάτι: λίγο ζήλεψα τους παλιούς νέους για το ανέτοιμο, το λιτό, το χαρίεν του τότε!

Άννα Ευθυμίου Copyright © 2018 | Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος | Σχεδιασμός Ιστοσελίδων DigiSol