Θεσσαλονίκη: ανάπτυξη και προοπτικές

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Κάθε χρόνο στη ΔΕΘ και φυσικά και στη συνέχεια, οι Θεσσαλονικείς έχουν συνηθίσει να ακούν εξαγγελίες και προτάσεις τόσο από την Κυβέρνηση όσο και από τους θεσμικούς φορείς της πόλης μας για σειρά έργων και πρωτοβουλιών για την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης και συνακόλουθα την καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της.

Ταυτόχρονα, ο Πρωθυπουργός μετά την ίδρυση του Γραφείου Πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη, την επισκέπτεται για τα θέματα της, όπως συνέβη και πρόσφατα με τα εγκαίνια της τοπικής μονάδας υγείας Ευόσμου.

Δυστυχώς, όμως, οι εξαγγελίες συνεχίζουν να παραμένουν εξαγγελίες και η υλοποίηση των έργων και πρωτοβουλιών σκοντάφτουν στη δαιδαλώδη γραφειοκρατία, στην αλληλοκάλυψη και σύγχυση αρμοδιοτήτων όλων των εμπλεκομένων φορέων σε συνδυασμό, βέβαια, τώρα και με την έλλειψη οικονομικών πόρων.

Μάλιστα, στην τελευταία επίσκεψη του Πρωθυπουργού, τόσο ο Μητροπολίτης Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως Βαρνάβας όσο και ο Δήμαρχος Ευόσμου, κ. Πέτρος Σούλας, έθεσαν για τη Δυτική Θεσσαλονίκη μια σειρά ζητημάτων που εκκρεμούν, για τα οποία υπάρχει έντονο ενδιαφέρον, όπως το χωροταξικό που έχει οδηγήσει στην αποβιομηχάνιση της περιοχής, την υποβάθμιση της περιοχής τόσο εξαιτίας της έλλειψης έργων υποδομής όσο και της μεγάλης ανεργίας κ.α.

Το παρόν σημείωμα σκοπεύει καταρχήν να ανιχνεύσει τα προβλήματα και τις παθογένειες που τόσα χρόνια τώρα λειτουργούν ως τροχοπέδη για την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, όμως, επιχειρεί και να ανοίξει το παράθυρο, για να μπει λίγος φρέσκος αέρας και να φυσήξει προς την κινητοποίηση σε αυτήν την κατεύθυνση όλων των εμπλεκόμενων φορέων και των πολιτικών αρχών.

Τα αίτια, φυσικά, για αυτήν την κατάσταση είναι λίγο έως πολύ γνωστά, όχι τώρα που αναγκαστικά αναδεικνύονται περισσότερο από την οικονομική κρίση, αλλά τείνουν να γίνουν διαχρονικά.

Το τέρας της γραφειοκρατίας, η μακροχρόνια απονομή της Δικαιοσύνης που καταλήγει στην ουσία στην αρνησιδικία, το χωροταξικό σχέδιο, η μη σωστή αξιοποίηση των επενδυτικών εργαλείων, όπως ο επενδυτικός νόμος και το πακέτο Γιουγκέρ, το πλήρως ασταθές φορολογικό κλίμα, η φοβική στάση απέναντι στην έρευνα και την καινοτομία, η τιμωρητική διάθεση απέναντι στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι οι βασικές αιτίες που έχουν συντελέσει στην ανάσχεση της ανάπτυξης και της προόδου γενικά στη χώρα μας.

Ειδικότερα, για τη Θεσσαλονίκη στα ήδη προαναφερόμενα αίτια προστίθενται ο κατακερματισμός και η σύγχυση και επικάλυψη των αρμοδιοτήτων, οι δαιδαλώδεις γραφειοκρατικές διαδικασίες και κυρίως η έλλειψη κοινού οράματος και σχεδίου από τους εμπλεκόμενους φορείς και ο συντονισμός τους προς αυτήν την κατεύθυνση.

Παρότι είναι πράγματι πολύ δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο, να καταπολεμηθούν τα αίτια αυτά, διατηρώ βάσιμη την πεποίθησή μου ότι υπάρχει η δυνατότητα να πραγματοποιηθεί ο επιδιωκόμενος στόχος.

Η πεποίθησή μου αυτή αντλείται από την εμπειρία μου ως δημοτική σύμβουλος στο Δήμο Θεσσαλονίκης, όπου διαπίστωσα όταν κάποιος έχει γνώση των θεμάτων και βούληση, μπορεί να διεκδικήσει και μέσα από συλλογικές διεργασίες τελικά να πετύχει και τον στόχο του.

Πρώτον, οι αρχικές ενδείξεις θα φανούν όταν συνειδητοποιήσουν οι θεσμικοί φορείς το πρόβλημα και κινηθούν συντονισμένα, με στόχο το όφελος της Θεσσαλονίκης και όχι της εξυπηρέτησης συντεχνιακών ή μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων.

Δεύτερον, απαραίτητο προς αυτήν την κατεύθυνση είναι να ακουστούν πλην των θεσμικών φορέων και των πολιτικών αρχών – Περιφέρεια, Δήμοι, Επιμελητήρια κλπ- και ανεξάρτητες φωνές πολιτικών, επαγγελματιών, επιχειρηματιών και ομάδων πολιτών που εμφορούνται από αγωνία για την πόλη μας και έχουν γνώση, προτάσεις και βούληση.

Και τρίτον, είναι απολύτως βασικό όλες οι παραπάνω φωνές να ακουστούν και να αξιολογηθούν από τους θεσμικούς φορείς και τις πολιτικές αρχές, οι οποίοι όπως ανέφερα παραπάνω, πρέπει να λειτουργούν συντονισμένα, ώστε να μετουσιωθούν σε κοινές παραδοχές προς τη σωστή επίλυση των ζητημάτων και την άσκηση πίεσης στην πολιτεία για διεκδίκηση και εξεύρεση λύσεων.

Διότι είναι σύνηθες το φαινόμενο όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς να φαίνεται ότι συμφωνούν, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στο ζήτημα του χωροταξικού της Δυτικής Θεσσαλονίκης, που θεσπίζει διαφορετικά κριτήρια από αυτό της Ανατολικής Θεσσαλονίκης, όπου μέχρι στιγμής δε φαίνεται να υλοποιείται κάποια λύση συντονισμένα προς την κατεύθυνση αυτή.

Καταλήγοντας, λοιπόν, πιστεύω πως αν θεωρήσουμε ότι η βούληση υφίσταται, τότε υφίστανται και λύσεις σε μια σειρά ζητημάτων και σημαντικών έργων που βρίσκονται στο σχεδιασμό ή εν αναμονή.

Προϋπόθεση, ωστόσο, για αυτό είναι ο συντονισμός των εμπλεκόμενων φορέων και των πολιτικών αρχών με πλήρη γνώση των θεμάτων και με συγκεκριμένες υλοποιήσιμες προτάσεις, να ακουστούν και ανεξάρτητες φωνές όπου και αν υπάρχουν, με στόχο να κατακτήσει η Θεσσαλονίκη τη θέση που δικαιούται και της αξίζει στο οικονομικό, εμπορικό, διαμετακομιστικό και τουριστικό ρόλο της τόσο στα Βαλκάνια όσο και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Τύπος Θεσσαλονίκης" στις 17/12/2017

Άννα Ευθυμίου Copyright © 2018 | Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος | Σχεδιασμός Ιστοσελίδων DigiSol